Αναβιώνοντας το πρόσχημα και εξαλείφοντας το υπόλειμμα. Ο Κλήδονας ξανά.

Στη σκια των μετα-καπιταλιστικών δομών και των μεγάλων συγκινήσεων των αφατικών σχημάτων της σύγχρονης Ιστορίας, σε μικρές και συχνά ανώνυμες ημερομηνίες, η παράδοση ξυπνάει. Όχι όμως, ως παράδοση per se με την πολύτιμη εννοιολογική δυναμική της, αλλά ως μία οργανωμένη και προγραμματισμένη αναβίωση με καθαρά αναπαραστατικό πυρήνα. Δεν έχει απομείνει κάτι, εξάλλου, παρά ένα μικρό υπόλειμμα, ένα ήσυχο ανακάλημα, με το οποίο μπορούμε εμείς οι μοντέρνοι να συγκροτήσουμε εκ νέου τις αποσπασματικές ταυτότητές μας και να τις στεγάσουμε σε μια ασφάλεια από τους κινδύνους του αιώνα. Ο Κλήδονας. Γιατί η 24η Ιουνίου βρίσκεται εδώ.

image

image

image

image

Σκηνές από το ντοκιμαντέρ του Ν. Μάτσα Το ριζικό του νερού και της φωτιάς, γυρισμένο στα Νέα Αλάτσατα του Ηρακλείου Κρήτης. Ο Κλήδωνας ως μία καταγραφή γυμναστικών εκδηλώσεων. Με όλη την εθιμοτυπία από πίσω τους.

Ωστόσο, αντί να διατηρείται ό,τι μπόρεσε να διασωθεί σε γραπτές μαρτυρίες και προφορικές ιστορίες, διαλύεται χρόνο με το χρόνο σε πρόχειρες αναβιώσεις-προσχήματα για δωρεάν κρητικά γλέντια και άφθονη ρετσίνα ή, ακόμα χειρότερα, σε εκσυγχρονισμένες σποντάν συναντήσεις με αφαιρετικούς τίτλους και δελεαστική για τη νέα γενιά που παθιάζεται με τις “μυστήριες” εκδηλώσεις σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης.

image

Από τη γνωστή σελίδα κοινωνικής δικτύωσης facebook. Τέλος πάντων ξέρετε εσείς.

Η αυθαιρεσία των φορέων και στις δύο περιπτώσεις εξαϋλώνει και την τελευταία πίστη σε ό,τι αποτελούσε μία συνειδητή προσπάθεια ερμηνείας ενός αλλοτινού κόσμου. Κι έτσι πετάγεται στην κάλαθο των αρχείων της συλλογικής μνήμης κάθε σπαμεριανή λογική μαζί με το “ριζικό του νερού και της φωτιάς”. Εξυπακούεται ότι ένα επίθετο, όπως ο “καθαρτήριος” δεν υπάρχει γραμμένο σε κάποιο σύγχρονο λεξικό και δεν μπορεί να εντυπωθεί σε αντίστοιχα παραδείγματα, η ειδωλολατρεία της εικόνας σήμερα δεν χωρά την ειδωλολατρική σημειολογία της ψυχολογικής κατεύθυνσης του μεσαιωνικού κόσμου, η παρετυμολογία της λέξης “κλήδονας” φαντάζει σαν περιττή λεπτομέρεια στη σημερινή γρήγορη γνώση. To Le vase divinatoire, μια σειρά από κίτρινες και σκόρπιες σελίδες μαζί με κάθε υδρομαντική και κατοπτρομαντική συνισταμένη (ούτε καν λεκανοσκοπική σε επιστημονικό πεδίο) του παρελθόντος.
Ακόμα και η αναβίωση, δεν είναι κάτι πρόχειρο, ένας παιγνιώδης αγερμός, μία επίκληση στις “αμίλητες κοριτσάρες” και μία τάχα ενδιαφέρουσα αναφορά στην εθιμική μαντεία. Όλα εκείνα τα παλιά τα χρόνια, τόσα κορίτσια κουκουλώνονταν με τα κόκκινα πανιά και με τα κάτοπτρα ζητούσαν μία διέξοδο στο μέλλον. Ας τα σεβαστούμε κι ας προσπαθήσουμε, όσο δύσκολο κι αν είναι, να ρυθμίσουμε τέτοιου είδους αναβιώσεις, οι οποίες μέσα στο φοκλόρ τους μπορούν να αποκτήσουν μία σύγχρονη διάσταση: η τελετουργία είναι νεκρή, αυτό είναι σίγουρο. Αλλά η μνήμη μπορεί να ενισχυθεί, όχι με γλεντάκι και ρετσίνα αλλά με τον προγραμματισμό ορθών αναπαραστάσεων (ει δύναται) και μιας κατάλληλης ενημέρωσης για το υπόλειμμα. Και μόνο αυτό.

"Ρεαλιστικές βαθμίδες" υπό διαπραγμάτευση: εδώ είναι Παλαιά Κοκκινιά κι όχι κάτι άλλο.

Και οι δύο έχουν άδικο. Ή, καλύτερα, μισό δίκιο. Η συνοικία του Bardet μπορεί να διαχωρισθεί από τις υπόλοιπες έχοντας ως κριτήριο και την ενοριακή σχέση (εάν, δηλαδή, η συνοικία αναπτύσσεται γύρω από ένα μνημείο), ενώ ο Lefebvre αδυνατεί να συλλάβει την πρακτική δυνατότητα αλλά και αφορμή του Bardet και μιλά για τη συνοικία ως μια αδρανή κατασκευή, ένα απλό και ξεχασμένο σύμπλεγμα οικοδομών. Δεν υπάρχουν τέτοιες degrés de réalité για την Παλαιά Κοκκινιά, κι εννοούμε την Παλαιά Κοκκινιά, κι όχι τη Νίκαια. Πρόκειται για έναν ακόμη μικρόκοσμο του πεζού, κατοίκου κι ερευνητή, με μια ελάχιστη ηχηρή παρουσία και μια υπόκωφη ζωή πίσω από τα πολύ καλά σφραγισμένα παράθυρα των σπιτιών της. Δεν πρόκειται για μια απαρίθμηση αντικειμένων, ούτε σπιτιών αυτή η συνοικία.

Αντιθέτως, οι χώροι συντηρούν ένα γιγαντιαίο μνημονικό απόθεμα, εύκολα ανιχνεύσιμο αυτή τη φορά στις προσφυγικές πολυκατοικίες, στο μάρκετ-παντοπωλείο, στην ανάπαυση την ώρα του μεσημεριού. Στην ύπαρξη, επίσης, ενός εκπολιτιστικού συλλόγου και στην οριστική διαπίστωση ότι πίσω από την υλική κατασκευή, υπάρχουν πάντα κοινωνικές παραδοχές και διαστάσεις. Και, συγχρόνως, πολιτισμικά ενδιαφέρουσες, με ένα τουρκικό νεκροταφείο να στέκει αρτιμελές σε μία γειτονιά προσφύγων ή μία εκκλησία, η οποία, ενώ έχει χάσει την αρχική της λειτουργία, αποτελεί ένα καλωσόρισμα σε μια συνοικία που δεν είναι νεκρή, ούτε ζωντανή, που η σύστασή της αλλάζει και δεν αλλάζει, όμως ανήκει στον Πειραιά και όχι στη Νίκαια που φαντάζει ως μια άλλη περιπτωσιολογία της μαραζωμένης ενθύμησης. Και είναι ακόμα δίπλα στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, και με το βλέμμα οριζόντια και ανατολικά μπορεί κανείς να σχηματίσει τα όρια των δρόμων, του χώματος πριν χωρισθεί και κοπεί οικόπεδο.

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

Η Παλαιά Κοκκινιά, λοιπόν, δεν είναι ούτε μία ακόμη ρεαλιστική βαθμίδα, ούτε ένα θρησκευτικό υπόλειμμα που ορίζει τη φύση και τη λειτουργία της συνοικίας. Ζει και λειτουργεί ακόμα, παρά τη σχετική εγκατάλειψη, τη βλέπω σαν μια αυτόνομη συνοικία μέσα σε μια άλλη συνοικία, που η καρδιά της δεν είναι περατή αλλά δυνατή σαν τις εποχές του Μπλόκου. Και όλα αυτά σε ένα απόγευμα.

Εννοείται ότι σε τέτοιες στιγμές, οφείλεις να έχεις έναν καλό πληροφορητή. Ευχαριστώ πολύ την εχ για τη βόλτα και τη συζήτηση.

Αποχρωματίζοντας τον ψευδο-κυκλικό χρόνο. Ό, τι είναι να πέσει, θα πέσει.

Στο καθεστώς του ψευδο-κυκλικού χρόνου και στην πολλαπλή αντίφαση της συλλογικής ψυχολογίας, η εθελοντική εθελοτυφλία είναι ίσως ισχυρότερη από την αυτόβουλη ομαδική πραγμάτωση. Παρόλο που δεν υπάρχει ένα σύμφυτο γενικευμένο αίσθημα ενότητας, η αίσθηση του ανήκειν επιζεί σε ανομοιογενείς συσσωματώσεις με σαφή γνώση του χρόνου ως μια αναποφεύκτη διάβρωση και απαραίτητη παρουσία. Ο χρόνος εμφανίζεται πια ως ένας κλειστός ψευδο-κύκλος κι όχι ως ένα καθαρό, φωτεινό στεφάνι αισθητών δεδομένων, ανθρώπινων και κοινωνικών για τους φορείς του. Ο χρόνος ως ένας ψευδο-κύκλος που αγκαλιάζει το ντεμποριανό σπουδαίο style της εποχής, ένα σάθρο απομεινάρι φαινομενικών επαναστατικών τάσεων στην αρένα του εθελοντισμού.

Κατηφορίζοντας τη Σεπολίων, μετά τη Δράμας και ύστερα την Ιωαννίνων και προσπαθώντας να λησμονήσω τον χρόνο ως μία επίφαση αποξενωμένου παρόντος, εντοπίζω στην ευρύτερη περιοχή με την τραγωδιακή ονοματοθεσία τις αστικές επεμβάσεις ομάδων της πόλης. Δεν θα επικεντρωθώ στα θέματα κοινωνικής δράσης που τις απασχολούν όσο στην αισθητική ταυτότητα των δράσεων από κοινού με τις “απόπειρες πολιτιστικής διάσωσης” που διαλαλούν. Και κάπου εδώ, ένα πρόβλημα κάνει την εμφάνισή του. Αναμφίβολα,  η μοντερνίστικη αισθητική της μάζας (βλέπε Βερολίνο) εισβάλλει αθόρυβα και κατ’ επίφαση αταξικά και απολιτικά στην πόλη, διεκδικώντας δικαιώματα σε μια δήθεν πολεοδομική κι αυστηρώς ταξική διάσταση του ανθρωποποιητού περιβάλλοντος.  Η βίαιη εισβολή σε χώρους καταδικασμένους στην απομόνωση (γιατί η γενική κίνηση προς την απομόνωση είναι το ζητούμενο της σύγχρονης πολεοδομίας) δεν προσφέρει παρά μια επιφανειακή φαντασμαγορία και μια “ψευδο-ύπαιθρο” για ανύπαρκτους  αποδέκτες, μία ουσιαστική επιβεβαίωση του ψευδο-κυκλικού χρόνου ως χαρμόσυνη γεωγραφία, στην οποία έχουμε όλη μία θέση. Δεν γνωρίζω γιατί ένα ημιγκρεμισμένο παλιό οίκημα αναδεικνύεται πολιτισμικά ως φορέας παλαιοτέρων μνημών, όταν βαφτεί έντονα πορτοκαλί. Γιατί να υποβάλλεται μία τέτοια ιδέα και μάλιστα με μια αμφιλεγόμενη αισθητική, η οποία δεν προσφέρει ουσιαστικά παρά μία παράταιρη επιχρωματισμένη αναπαράστασης  ψευδο-πάλης για την πόλη;

image

image

image

image

Είναι σαφές ότι τέτοιου είδους επεμβάσεις είναι επιζήμιες για τη συλλογική μνήμη και την αστική ιστορία. Ακόμα χειρότερη είναι η επιθανάτια γνωμάτευση του “πως ήταν-τι κάναμε”. Αφήνουμε την ιστορία στην ησυχία της, τον φυσικό χρόνο στα κτίσματα που τον υποστηρίζουν και βιώνουμε τον φυσικό χρόνο, όσο ελάχιστος κι αν είναι. Διαφυλάττουμε τον κόσμο, όπως μας κληροδοτήθηκε, και τον συντηρούμε ως αγάπη για το κρυφό, το σκληρό, το βρώμικο, το κατεστραμμένο.

΄Ο,τι είναι να πέσει, θα πέσει.

Αρκετά κι ακριβά βιώνουμε τον ψευδο-κυκλικό χρόνο, δεν τον έχουμε ανάγκη. Εδώ δεν θα γίνει Βερολίνο.

Αναγκαστικές νεκρολογίες. Τι συμβαίνει έναν χρόνο μετά.

Μέσα σε έναν χρόνο, θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί περισσότερες κι ίσως πιο ενδιαφέρουσες νεκρολογίες από εκείνες που αναρτήθηκαν. Και μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο, που η συγκεκριμένη ιστοσελίδα γεννήθηκε, αναθεωρήθηκαν κάποια απελπιστικώσ επιβεβλημένα προτάγματα, προέκυψαν πολλαπλές ερμηνείες και αφάνταστες οπτικές ανατροπές. Νομίζω, οφείλουμε να γιορτάσουμε.
Ένα είναι σίγουρο. Η ιστορία, όπως θα έλεγε ο Ρόμπερτ Γκίνσμπεργκ, δεν είναι τίποτε άλλο από μια ιστορία ερειπίων. Κι εμείς δεν είμαστε τίποτε άλλο από μονάδες με θέα σε ένα ύποπτο μέλλον. Ίσως η στάση αυτή να μεταφράζεται ως απαισιόδοξη, όμως δεν είναι. Το ερείπιο ως παράφραση ενός υγιούς κόσμου, το χαλασμένο, το διαλυμένο είναι και το άτρωτο. Δεν μπορεί να πάθει τίποτε περισσότερο από εκείνο που του ήρμοζε να είναι. Δεν μπορεί παρά αυτό που φανερώνεται σήμερα ως φόρμα να είναι λιγότερο σωστό από μια ολοκληρωμένη εικόνα πλούτου κι ακμής. Το ρημάδι που έχει πέσει, τα χορτάρια ανάμεσα σε πλάκες, τα σάπια πορτοπαράθυρα δεν μπορεί παρά να είναι σωστά.
Πάνω από τον Νείλο, χιλιάδες μέτρα πάνω στο μεγάλο ποτάμι, η Αμήλια Έντουαρντς, σοφά παραπεμπόμενη από τον Γκίνσμπεργκ φωνάζει το 1891:

"… Half in light, half in shadow, these slender, fantastic forms stand out sharp, and clear, and colourless ; each figure some eighteen or twenty feet in height. They could scarcely have looked more weird when the great roof was in its place and perpetual twilight reigned. But it is difficult to imagine the roof on, and the sky shut out. It all looks right as it is ; and one feels, somehow, that such columns should have nothing between them and the infinite blue depths of heaven…”

Για έναν επόμενο, λοιπόν, χρόνο με φανταστικές μορφές να ορθώνονται: καθαρές, άχρωμες και έντονες, όπως όλα εκείνα τα ερείπια, έμψυχα και συγχρόνως άψυχα, σαν εκείνα τα ψηλά δέντρα και τα εγκιβωτισμένα ποτάμια δίπλα τους.

Η διαταραγμένη όραση ως κοινωνικό απόλυτο: τα μάτια του Στέφανου.

Προηγείται ηχητικό απόσπασμα:

https://soundcloud.com/narrath/pireoanemostaoneiramou

Το πρόβλημα που πιστεύει ο πατέρας (Λ. Καλλέργης) του Στέφανου Βασιλειάδη (Νίκος Δαδινόπουλος) στο φιλμ “Πήρε ο άνεμος τα όνειρά μου” [(1968) του Ο. Κωστελέτου] ότι ο γιος του αντιμετωπίζει είναι μία σαφής διαταραχή της όρασης - δεν είναι τυχαίο που ο σεναριογράφος Χριστόφορος Ζήκας τον “αρρωσταίνει” στη συνέχεια του φιλμ με αχρωματοψία. Τον κατηγορεί ότι είναι “θεόστραβος”, ενώ ο γιος του τον αντικρούει με την κυνικότητα που αρμόζει σε έναν από αυτούς: “μα, σαν τύχαινε μια φορά να περάσουμε από μια γειτονιά με αυλές, δεν γυρίζατε να κοιτάξετε. Κοιτούσατε μόνο μπροστά. Μόνο μπροστά”. Γιατί ο Στέφανος, χωρίς καν να το γνωρίζει, μετουσιώνει την αιώνια κριτική του Ντεριντά στη χουσερλιανή φαινομενολογία της γλώσσας, καθώς η μεταφυσική κυριαρχία της μορφής περιστασιακά υποτασσέται στην ίδια την όραση. Και τι βλέπει ο ήρωας και πώς καταφέρνει να το περιγράψει αξιακά σε έναν χώρο, εάν όχι περισχινισμένο, τουλάχιστον οριοθετημένο με λειτουργικές απαγορεύσεις από το ήδη διαχωρισμένο κοινωνικό πλέγμα;
Αποδίδοντας στην αυλή μια ειδική διάσταση του θείου, ο Στέφανος δεν ιεροποιεί τόσο τη μήτρα όπου κατασκευάζεται και διαιωνίζεται μια στέρεη ανέφελη συνείδηση όσο την καθιστά ένα κοινωνικό απόλυτο, το οποίο ισοδυναμεί με την όρασή του και ό,τι εκείνη καθιστά ορθό και δίκαιο. Εξοβελίζει με αυτόν τον τρόπο τις κακόβουλες και υστερόβουλες πατρικές φιγούρες, τις ανάερες αρραβωνιαστικές σαν να ήταν λεροί και λερές, ενώ στον χώρο καθηλώνει κι ενσωματώνει την όρασή του: το βλέμμα της άδολης και απρόσκοπτης εργασίας μακριά από τον καλοστοκούμενο πατέρα και τις αντιλήψεις του, το βλέμμα της σταθερής και όμορφης ζωής με τους κατ’ανάγκην αδέρφια του, τον Γεράσιμο και την Άντζελα, σε μία εποχή που η καθημερινότητα υπαγόρευαν ένα σύστημα αποξενωτικό κι άγριο κι εν τέλει προόδευε σε πείσμα της κυρίαρχης εικόνας της πολιτισμένης πρωτεύουσας.

image

image

image

image


Κι ενώ και οι αισθήσεις, υποτάσσονται κι εκείνες στην όραση, ο Στέφανος δικαιολογεί την απόφασή του. Απλοϊκά, αλλά δυναμικά, σηκώνει ένα κοινωνικό ανάστημα, δίνοντας λίγη ελπίδα σε μερικούς καθημερινά “στάσιμους” μπροστά στη μεγάλη οθόνη. Κι ακόμα κι εάν η Μεταφυσική δεν κερδίζει, ο αναίμακτος εν τέλει θρίαμβος της ταξικής περηφάνειας, έστω κι επίκτητης, προσδοκά μία εξίσου αναίμακτη μεταλλαγή - προσαρμογή. Για έναν ίσως καλύτερο κόσμο, πίσω ακριβώς από τη μεγάλη οθόνη, με μία εξίσου διαταραγμένη όραση αλλά λιγότερες αυταπάτες.

Τεκμηριώνοντας το μη αυτονόητο: αθέατες όψεις της συλλογικής μνήμης. Για τον Κεραμεικό και τα περίχωρα.

Σε καμία περίπτωση, ο Δήμος Αθηναίων  δεν ισοδυναμεί με την Ομόνοια, το Ιστορικό Κέντρο, τα Προπύλαια, την Πλάκα, την ευρύτερη περιοχή της Νεάπολης – Εξαρχείων, τα Σεπόλια, το Παγκράτι ή τους Αμπελόκηπους. Η συγκεκριμένη δημοτική οντότητα περιλαμβάνει κοινωνικά συνεκτικές κοινότητες, οι οποίες, άλλες φορές βρίσκονται στο επίκεντρο λόγω της τουριστικής, διοικητικής ή πολιτικής τους θέσης, άλλοτε συνεχίζουν την ιστορική και την κοινωνική τους πορεία σε πολύ χαμηλούς τόνους, σαν να επρόκειτο για απλές ονομασίες πάνω στον χάρτη με κατοίκους, οι οποίοι χωρίς επιλογή σκορπίσθηκαν τυχαία πάνω σ’ αυτόν. Ακόμα κι αν ο Κεραμεικός με το Γκάζι «ξέφυγαν» από την ειρωνικά προδιαγεγραμμένη τύχη τους, όταν, ύστερα από διεργασίες που είχαν ξεκινήσει με τη νέα δεκαετία, ανακηρύχτηκαν προς το τέλος αυτής ως ένα από τα κέντρα της νυχτερινής ζωής της Αθήνας.

Παρόλαυτα, ο αναζητών λίγη από τη νυχτερινή λάμψη στα αμέτρητα αλλά και διαφορετικά από ποιότητας και αισθητικής άποψης νυχτερινά καταστήματα της περιοχής δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτή, παρά μόνο κινείται γύρω και μέσα στο φανταχτερό σκηνικό που έχει στηθεί στο συγκεκριμένο χώρο. Ο εραστής του Σαββατοκύριακου θα αδιαφορήσει για τυχόν ύπαρξη γηγενών κατοίκων στα μικρά σπίτια που συνεχίζουν ακλόνητα να ορθώνονται στη λαίλαπα των πολυκατοικιών, όπως και θα αδιαφορήσει για την κοινωνικοπολιτισμική ιστορία, η οποία την μέρα προσπαθεί να είναι διάχυτη στον χώρο, από τον Κεραμεικό και το Γκάζι έως το Ρουφ και τον Βοτανικό.

Παρόλο που οι τελευταίες περιπτώσεις συνιστούν ως ένα βαθμό  μία ακόμη παρατημένη εκδοχή παλαιοτέρων εδαφικά προσδιορισμένων διακριτών κοινωνικών κόσμων, δεν παύει να αποτελούν ιδιαίτερες παραδείγματα μέσα στον πολιτισμικό και κοινωνικό χάρτη ήδη από τον προπερασμένο αιώνα. Είναι περιοχές με δικιά τους ατομική θα λέγαμε κουλτούρα, η οποία ακόμα και σήμερα δεν μπορεί να ισοπεδωθεί από την καπιταλιστικό εξευγενισμό της λήθης. Οι φωτογραφίες της έκθεσης «Εικόνες του χθες, ίχνη στο σήμερα», προερχόμενες από τα προσωπικά αρχεία παλαιοτέρων κατοίκων του Κεραμεικού – Ρουφ και Βοτανικού ουσιαστικά αποτελούν δείγματα της καταγεγραμμένης της πολιτισμικής καθημερινότητας διαφορετικών εποχών. Είναι η κουλτούρα  μιας εποχής που φαινομενικά έχει παρέλθει. Και καθώς σιγά-σιγά, ο χρόνος σβήνει με γρήγορες διαδικασίες τις φωνές των παλιών, οι οποίοι μόνοι είχαν την ικανότητα πρόσβασης στον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, παραμένουν μόνο τα τεκμήρια, αυτές οι φωτογραφίες που βλέπουμε. Αυτές, με έναν αφοπλιστικό και ειλικρινή τρόπο, αναπαριστούν, αυτό που ο Williams ονόμασε ως structure of feeling (δομή της αίσθησης): πρόκειται μια δομή που ενεργεί στις πιο εκλεπτυσμένες και στις λιγότερο χειροπιαστές πτυχές της ζωής μας. Υπό μια έννοια, αποτελεί την κουλτούρα μιας συγκεκριμένης περιόδου, είναι το συγκεκριμένο ζωντανό αποτέλεσμα όλων των στοιχείων μέσα στη γενικότερη κοινωνική οργάνωση. Αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα διαδρούσαν, καθώς πάνω του στηριζόταν όλη η επικοινωνία. Και μαζί με αυτή, τα στοιχεία της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς, της αντίθεσης αλλά και της στιγμιαίας διόρθωσης και επανασύνδεσης. Δηλαδή, όλες εκείνες οι αξίες, οι οποίες εγγράφονται σε ό, τι ονομάζουμε συλλογική μνήμη και από τις οποίες εκείνη απαρτίζεται.

 

Πλέον στον 21ο αιώνα, πιστεύουμε ότι αυτή η συλλογική μνήμη αναδεύεται περιστασιακά, ούσα αδρανοποιημένη από την κυριαρχία της ατομικής υπόστασης. Δεν υπάρχει ανάγκη να αναπολούμε, η καθημερινή ζωή εν μέσω κρίσης επιτρέπει μόνο αναδρομές, στις οποίες τα σκληρά χρόνια λειτουργούσαν σαν ένα είδος παραδείσου, κυρίως για τις νέες γενιές. Υπάρχουν, ωστόσο, και περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, όπου οι κάτοικοι αυτών των συνοικιών προσπαθούν όχι μόνο να διαφυλάξουν την ιστορική και τη βιωμένη συλλογική μνήμη αλλά και να ενισχύσουν τους υπάρχοντες κοινωνικούς δεσμούς, να διατηρήσουν την κοινοτικότητά τους.  Γιατί, πρωτίστως, αγαπάνε τον χώρο στον οποίο γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και συνεχίζουν να διαμένουν.

Ο Halbwachs προτείνει ότι οι χωρικές εικόνες διαδραματίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της συλλογικής μνήμης. Ο χώρος, τον οποίο καταλαμβάνει μία ομάδα ανθρώπων, δεν μοιάζει με έναν μαυροπίνακα, πάνω στον οποίο κάποιος μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει φιγούρες σύμφωνα με τη δική του θέληση. Τουναντίον, καμία εικόνα πάνω στον πίνακα δεν μπορεί να ανακαλέσει τι είχε γραφτεί εκεί πάνω, ενώ νέες φιγούρες μπορούν να προστεθούν κατά βούληση. Ωστόσο, τόσο ο χώρος όσο και η ομάδα έχουν δεχτεί αμφότεροι την εντύπωσή του καθενός πάνω τους. Οι πληθυσμιακές ομάδες που εγκαταστάθηκαν εκεί, η κοινωνική τους διαστρωμάτωση,  τα κριτήρια για την εγκατάστασή τους, οι τρόποι δόμησης. Κι έπειτα έρχονται οι μορφές κοινωνικής συμβίωσης, οι τρόποι διασκέδασης, μια καθημερινότητα που εγγράφεται στον χώρο κι εν μέρει τον προσδιορίζει.

Παρά τους μεταπολεμικούς  κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς που βίωσε η Ελλάδα έως και τις πρόσφατες επεμβάσεις στην περιοχή, ορισμένα στοιχεία παραμένουν αμετάβλητα ως ακλόνητοι φορείς της συλλογικής ιστορίας: Ο Κεραμεικός υπήρξε το αρχαίο νεκροταφείο της Αθήνας, ένας από τους πιο σημαντικούς δήμους της αρχαίας πόλης και οι συνοικίες του περιλαμβάνουν κομμάτια της συλλογικής μνήμης, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να διαγραφούν: η ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου και η εργατιά που πάλευε καθημερινά για την επιβίωσή της, η ζωή γύρω από τον Βοτανικό Κήπο και στα κοντινά περιβόλια στα οποία οι κάτοικοι έκαναν τις εκδρομές τους, η παλιά λαχαναγορά, τα εργοστάσια και οι βιοτεχνίες. «Μια ζωή κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης», όπως μου είπαν οι ίδιοι οι κάτοικοι. Μια ζωή για την οποία λίγοι ενδιαφέρονται.  Αυτό που δεν είναι αυτονόητο. Και είναι αθέατο.

Θα επιστρέψω και πάλι στις όμορφες φωτογραφίες της έκθεσης: βλέπουμε όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία έχουν τόσο αριστοτεχνικά λησμονηθεί. Τους εργάτες του φωταερίου στη σκληρή καθημερινότητά τους, την ανάπαυλα στα καφενεία της Ιεράς οδού. Τα μικρά παιδιά στις αλάνες ή στους στενούς δρόμους να συμμετέχουν σε γιορτές, τα παντοπωλεία και τα σχολεία.

Και θυμάμαι τον Λουκάτο, ο οποίος μίλησε «για τους επαγγελματίες φωτογράφους, οι οποίοι έχουν αναλάβει στην εθνογραφική έρευνα έναν βοηθητικότατο ρόλο: τη συγκέντρωση του παλιότερους υλικού της φορεσιάς, του ήθους και της φυσιογνωμίας». Ακόμα πιο σημαντικά είναι τα αρχεία από ερασιτέχνες φωτογράφους νομίζω, η δύναμη του αυθαίρετου και του στιγμιαίου τους δίνει τη δυνατότητα να καταγράψουν τις πιο αθόρυβες και τρυφερές στιγμές του ήθους, της φυσιογνωμίας και, προπάντων, της ιστορίας, για την οποία ενδιαφέρθηκαν λίγοι. Ίσως και μόνο οι ίδιοι.

Οι εναπομείναντες κάτοικοι της περιοχής κι όσοι δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο του σωματείου Μέγας Αλέξανδρος προσπαθούν να διατηρήσουν τη συλλογική  μνήμη τους, τη βαριά παράδοση του χώρου που τους κληροδοτήθηκε,  από τον οποίο δεν μπορούν να απομονώσουν τις αναμνήσεις και τα συναισθήματα ανθρώπους και πράγματα. Γιατί είναι ο χώρος που τους προσδιορίζει. Κατανοώ πολύ καλά την πίκρα που έχουν –είμαι κι εγώ δημότης Αθηναίων- και την ανάγκη αυθυπαρξίας τους μπροστά στην ξαφνική αλλά πολύ καλά μελετημένη «αναβάθμιση» της περιοχής τους. Η νέα πιάτσα (που δεν έχει καμιά σχέση με την έννοια της πιάτσας στη λαογραφική μελέτη) που δημιουργήθηκε μεταφέρει στο χώρο τους όλα τα δεινά του μεταπολεμικού τυχοδιωκτικού ερασιτεχνισμού και μαζί τη μόλυνση, την ηχορρύπανση, την ίδια την εγκατάλειψη. 

Στην ευρύτερη περιοχή, η οποία πια απαρτίζεται από ελάχιστα κοινωνικά δίκτυα, θα πρέπει επιτέλους να ληφθεί κρατική και κυρίως δημοτική μέριμνα καθώς και να δοθούν κάποια κίνητρα σε νέους κατοίκους να ανακαλύψουν τον χώρο τους εδώ. Οι αντιλήψεις ότι, όπου υπήρχε βιομηχανία ή εργοστάσιο  ισοδυναμούσε με την έρημη γη (ισχύει κυρίως για τις συνοικίες του Ρουφ και του Βοτανικού), την απαξίωση και την κοινωνική διάκριση θα πρέπει επιτέλους να ξεπερασθεί. Γιατί το μη αυτονόητο έχει διαρραγεί.

Φταρμός. Ο συνοικισμός Σταματάκη κόντρα στην επίτευξη.

Η πρωταρχική ανάγκη της ανάκαμψης συστοιχίζει σπίτια και ανθρώπους. Μια ποθητή και διόλου ευκαταφρόνητη ανάκαμψη μπροστά στον φταρμό* της αβεβαιότητας που προκαλεί ο ξεριζωμός. Στον οικισμό του γαιοκτήμονα Σταματάκη, ο οποίος, όπως και σε προαναφερθείσες μεμονωμένες περιπτώσεις, βάπτισε με το όνομά του το συνοικισμό, εγκαταστάθηκαν από το 1925 σε τρεις κάθετους δρόμους εκατοντάδες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τα υπολείμματα της οικογενιοκρατίας του Σταματάκη, ακόμα και μετά την οριστική απαλλοτρίωση των εκτάσεων του, δεν λησμονήθηκαν. Τουναντίον, δημιούργησαν μια σφιχτοδεμένη κοινωνική συμμαχία, η οποία θα λειτουργούσε ως ένα αυτόνομο και διακριτό τμήμα του Δήμου του Αγίου Ιωάννου Ρέντη. Οι στεγαστικές επιλογές, οι πλέον αξιοπρεπείς για την εποχής τους, στέγασαν σε μικρά ζεστά ισόγεια φταρμένες ζωές. Ακόμα και σήμερα, με το ποτάμι να βουίζει σε κάθετη διεύθυνση και τη λαχαναγορά να φουρκίζει τον αέρα με χαλασμένες ζωοτροφές, ο συνοικισμός παραμένει, με ελάχιστες φρεσκοριγμένες πολυκατοικίες, ένας όχι τόσο χαλασμένος ανθρώπινος ιστός που ενώνει έναν ολόκληρο δήμο με τα ανθρώπινα δίκτυα που επιβίωσαν μετά την οριστική ισοπέδωση από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μια λαμπρή απονομή ενάντια σε οποιαδήποτε μηχανιστική επίτευξη.

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

Η πρόσκαιρη συμμαχία της καθυστερημένης βιομηχανικής επανάστασης στη σύγχρονη Ελλάδα με την συναισθηματική λογική των ανθρώπων που θέλουν να γλιτώσουν από τον φταρμό, όχι απαραίτητα με την έννοια της βασκανίας αλλά περισσότερο με τη ζηλοφθονία για την εξελιγμένη ενσυναίσθησή τους, φαίνεται ότι έχει αποκατασταθεί. Ακόμα και σήμερα, και υπερπηδώντας τα ποικίλα α-πάνθρωπα εννοιολογικά σχήματα, ας υποθέσουμε ότι και ο Ένγκελς είχε δίκιο. Γιατί το καθοριστικό στοιχείο της Ιστορίας είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Του πόθου για ανάκαμψη. Ενάντια σε οποιονδήποτε φταρμό. Από όποια πηγή κι αν αυτός προέρχεται.

*”Φταρμός” στην κουμιώτικη διάλεκτο ονομάζεται η αδιαθεσία και, εν τέλει, η οποιαδήποτε φυσική και μεταφορική καταστροφή, η οποία προέρχεται από τη βασκανία (ή μάτιασμα). Πρόκειται για μια λέξη που με κέρδισε, όταν την πρωτοδιάβασα εδώ: Καλλιόπης Κάραλη-Ιωακείμ, Συλλογή λαογραφικού υλικού από το χωρίον Πύργος, του νομού Ευβοίας, 1973, επιτόπια έρευνα (Αρχείο Σπυριδάκη).

Λυσιτελείς μορφές ενθύμησης. Νότια από το 301 ΕΒ.

Δεν ήταν μόνο τα κτήματα του Λάρδη και του Παπασταμάτη που έθεσαν τα νοητά όρια στη συνοικία, ούτε το ρέμα του Αλφειού και η Φλέβα ή ο Κηφισός από την άλλη πλευρά. Ένα θλιβερό στρατόπεδο, το 301 ΕΒ του Κοσκινά (με τρομερές εκρήξεις πυρομαχικών, οι οποίες αναστάτωναν τους κατοίκους από τη Φλέβα έως και τη Γιαννούλα από το 1930 κι έπειτα) στα βόρειά της επόπτευε άλλη μια περίπτωση αναρχίας ενάντια στην καλλιεργημένη αδράνεια (του κατά τα άλλα σοφού Arnold) της καινοτόμας ρυμοτομίας, των αλέκιαστων παπουτσιών και της εκπολιτιστικής καλλιτεχνίας. Ωστόσο, ούτε ο Κοσκινάς, ούτε ο Δήμος δεν κατάφερε να αντισταθεί σε ένα αλάθητο λαϊκό κατασκευαστικό αισθητήριο, εκείνο των Μυκονιατών κτιστών, ούτε και σε μια οργιώδη πανδαισία με εκείνους τους κλασικούς αθόρυβους φοίνικες να θροϊζουν πάνω από τα στενά των Μυκονιάτικων.

Πολύ πριν τους ομώνυμους κατοίκους, οι οποίοι ήλθαν σε δύσκολους καιρούς, αρχές του περασμένου αιώνα στην περιοχή για να εργαστούν σε οικοδομές και εργοστάσια αξιοποιώντας την επίκτητη τεχνική τους και νιώθοντας ευλογημένοι που απέφυγαν τις σκοτεινές Κυκλάδες της ανεργίας: οι Ναξιώτες. Καλλιεργητές που βοήθησαν στη δημιουργία ενός αφάνταστα τρυφερού κόσμου, σπαρμένου ανάμεσα σε ρυάκια και μετέπειτα, τοποθετημένου μέσα στα φυτώρια, όπως εκείνο του Πονηράκη που υπάρχει έως σήμερα.

Ανάμεσά τους, ο Λάρδης, εντειχισμένος μέσα στο τάφο του, δίπλα στο ιδωτικό παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου και εκείνο του Αγίου Ανδρέα -ιδιοκτησία των Παπασταμάτηδων- αγέρωχος και μοναχικός πάσχιζε να γεμίσει το σπίτι του κάθε βράδυ με μουσικές και κόσμο, ο οποίος σύντομα θα τον εγκατέλειπε προς άγραν ενός ακόμα πλουσιότερου κτηματία. Μια μικρή βίλα θυμίζει ό,τι θα μπορούσε να εκτυλιχθεί εκεί, στην ιδιοκτησία Παπασταμάτη, αιώνιο σύμβολο μιας εύγλωττης και πράσινης αναρχίας στο μπάζωμα του ποταμού, στην εξυγιάνση της περιοχής με τη μελέτη και διαμόρφωση πάρκων και χώρων αναψυχής.

Ο Matthew Arnold έπρεπε να είχε περάσει από εδώ. Μέσα στα Μυκονιάτικα, τα σύμβολα ζουν, όπως και οι καθημερινοί άνθρωποι μέσα στα καφενεία και όσοι είναι έξω και γνωρίζουν καλά ότι ένα καθαρό, αόρατο δίκτυ τους προστατεύει την ώρα που προσπαθούν να ξεχάσουν. Είναι κι αυτό, εξάλλου, μια λυσιτελής μορφής ενθύμησης.

Η επανεμφάνιση του κόσμου ως μια λαϊκή φυσιολογία. Το Κάτω Αιγάλεω.

Δεν μετριάζεται. Η γνώση, η παραδοχή και η συγκατάβαση δεν επαρκούν για την κατασκευή και της πιο απλής λαϊκής φυσιολογίας, μιας φυσιολογίας ευπροσήγορης και επιτακτικά αποκωδικοποιήσιμης. Ο κόσμος που γνωρίζουμε στην ουσία επαναδημιουργείται πίσω από τις τζαμαρίες και τα κλειστά στενά, γυρνά αδηφάγα να ανοίξει σειρές από βαριά τσιμεντένια θεμέλια - ωστόσο, τίποτε δεν μπορεί να θεμελιωθεί πάνω στο μη καταχωρημένο τίποτα. Και μιλάω για ότι οι χάρτες τύπου Καπρανίδη ονοματίζουν ως “Κάτω Αιγάλεω”.

image

image

image

image

image

image

Το Κάτω Αιγάλεω τοποθετείται νότια από το επίσημο συγκοινωνιακό κέντρο της περιοχής (βλ. Σταθμό μετρό “Αιγάλεω”), σε μια ατέρμονη ευθεία που ξεκινά από τη μέση περίπου του γνωστού σε όλους ποταμού. Δεν υπάρχει ρυμοτομία, δεν υπάρχει ευρρυθμία: παρόλο που οι γνωστές αντιπροσωπίες οχημάτων από το ύψος της λεωφόρου Αθηνών-Καβάλας έως και την Ιερά οδό επιμένουν προσόψια, η σταθερή κατηφορική κλίση του δρόμου επιβεβαιώνει ένα υπέροχο, αυθύπαρκτο τίποτα, το οποίο δεν καταχωρείται παρά στη λαϊκή μνήμη των κατοίκων του, γιατί μόνο εκεί υπάρχει ζωή.

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

Η πλατεία των Αστροναυτών, η οδός Ανδριανουπόλεως, η άθικτη πρωτόγονη κατοικία, οι ελάχιστες μάντρες, ο χαμηλός ορίζοντας.
Χώρους κοινωνικής διάδρασης δεν είδα, μόνο κουτσουρεμένες παιδικές χαρές και μαγαζιά-τζαμαρίες. Δεν νομίζω να έγιναν ποτέ μαγαζιά, δεν πρέπει να λειτούργησαν ποτέ τους.
Όσο περπατούσα προς τα Δυτικά, όσο οι δρόμοι προσέγγιζαν τη λεωφόρο Θηβών, τα σπίτια έστεκαν διόρωφα διακοσμημένα με φαντεζί χρωματισμούς και οι κάτοικοί τους τολμούσαν να βγουν στο δρόμο, τολμούσαν στην ύπαρξη, διεκδικούσαν την αυθυπαρξία μαζί με μια στέρεη συνείδηση, θέλοντας στ’ αλήθεια να αλλάξουν το σύστημα απεικόνισής τους.
Ξαναθυμάμαι τον Λουκάτο που εξήρε τη φυσιολογία των “φαινομένων που μπορούμε να πούμε ότι στηρίζονται στον νόμο του πρωταρχικού λαϊκού στοιχείου των πολιτισμών, ένα νόμο που αποδείχνει ότι η οποιαδήποτε αστική εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων, των εθίμων και των συμβολισμών έχει πυρήνα και κίνητρό της την πρωτογενή αντίστοιχη λαογραφική ενέργεια”. Ίσως κι ενός αόρατου τελετουργικού για να επανεμφανιστεί η περιοχή τους στο χάρτη. Και τα σπίτια τους.
Η Ιερά οδός. Η μέση οδός. Το τίποτα.

Μια κατατμημένη αλλά ακριβής αναλογία. Μιλάμε για τα όρια της Κολοκυνθούς (Μέρος Α’).

Η αποδεδειγμένη τροπή των πραγμάτων, τουλάχιστον όπως συνέβησαν πριν απο 40 χρόνια, είναι αδιάψευστη. Και δεν την εμπόδισε τίποτε, κανένα εμπόδιο, έμβιο ή άβιο, δεν εμφανίστηκε στο δρόμο, ούτε θεώρησε σαν τον οριστικό και τελευταίο τοίχο το ποτάμι του Κηφισού. Πρόκειται για την ακριβώς απέναντι όχθη του, η οποία βρίσκεται αντίκρυ του Τσαλαβούτα κι ακριβώς στα όρια με την Ακαδημία Πλάτωνος. Και στην οποία, η εγγραμμένη στα κυτταρικά ανθρώπινα υπολείμματα πρόοδος, ή, όπως θα μπορούσε να ονομαστεί, η κλινική απουσία συλλογικών βιωμάτων, μνήμης και ενσυναίσθησης δεν καθυστερεί τα βήματά της παρά στοχεύσει στην άπλα, στο επίπεδο, στη συγκυρία.

Αν εκεί υπήρχαν σπίτια, τώρα θα είχαν χτιστεί πολυκατοικίες ή χώροι για στάθμευση. Δυστυχώς, η συγκεκριμένη άπλα ενσωματώθηκε με μια σειρά από απάνθρωπα γεωγραφικά και βιομηχανικά πειράματα. Αν δεν γινόταν αυτό, ίσως στην πίσω μεριά των παλιών πέτρινων εργοστασίων ή πίσω από τη “μόστρα” του ποταμού, θα διέκρινε κανείς μόνο παραπόταμους, βάλτους, πρασινάδες, πρασιές, πανύψηλα δέντρα (κάποια έχουν επιβιώσει), χωρίς ρημάδια με λαμαρίνες και κορακιασμένα πίτμπουλ. Και στο βάθος, ένα επιβίωμα, όχι από εκείνα του Tylor, αλλά από τα βάθη μιας παλιότερης ιστορίας, αποκλεισμένης από την επίσημη εκδοχή της - όχι λόγω πολιτικών συνθημάτων αλλά γιατί δεν ενδιαφέρει κανένα. Το βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

Αν η Ιστορία είναι η ουσιαστικά η “Ιστορία των πολέμων και των κατακτήσεων” όπως θα έλεγε ο Καινώ, τότε η συγκεκριμένη περιοχή θα πρέπει να μελετηθεί ως μάρτυρας ενός σιωπηλού πολέμου ανάμεσα σε επίσημες κρατικές επιλογές και σιωπηλές ατομικές συγκυρίες. Για να ξαναγραφτεί η Ιστορία.

image