Αναγκαστικές νεκρολογίες. Τι συμβαίνει έναν χρόνο μετά.

Μέσα σε έναν χρόνο, θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί περισσότερες κι ίσως πιο ενδιαφέρουσες νεκρολογίες από εκείνες που αναρτήθηκαν. Και μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο, που η συγκεκριμένη ιστοσελίδα γεννήθηκε, αναθεωρήθηκαν κάποια απελπιστικώσ επιβεβλημένα προτάγματα, προέκυψαν πολλαπλές ερμηνείες και αφάνταστες οπτικές ανατροπές. Νομίζω, οφείλουμε να γιορτάσουμε.
Ένα είναι σίγουρο. Η ιστορία, όπως θα έλεγε ο Ρόμπερτ Γκίνσμπεργκ, δεν είναι τίποτε άλλο από μια ιστορία ερειπίων. Κι εμείς δεν είμαστε τίποτε άλλο από μονάδες με θέα σε ένα ύποπτο μέλλον. Ίσως η στάση αυτή να μεταφράζεται ως απαισιόδοξη, όμως δεν είναι. Το ερείπιο ως παράφραση ενός υγιούς κόσμου, το χαλασμένο, το διαλυμένο είναι και το άτρωτο. Δεν μπορεί να πάθει τίποτε περισσότερο από εκείνο που του ήρμοζε να είναι. Δεν μπορεί παρά αυτό που φανερώνεται σήμερα ως φόρμα να είναι λιγότερο σωστό από μια ολοκληρωμένη εικόνα πλούτου κι ακμής. Το ρημάδι που έχει πέσει, τα χορτάρια ανάμεσα σε πλάκες, τα σάπια πορτοπαράθυρα δεν μπορεί παρά να είναι σωστά.
Πάνω από τον Νείλο, χιλιάδες μέτρα πάνω στο μεγάλο ποτάμι, η Αμήλια Έντουαρντς, σοφά παραπεμπόμενη από τον Γκίνσμπεργκ φωνάζει το 1891:

"… Half in light, half in shadow, these slender, fantastic forms stand out sharp, and clear, and colourless ; each figure some eighteen or twenty feet in height. They could scarcely have looked more weird when the great roof was in its place and perpetual twilight reigned. But it is difficult to imagine the roof on, and the sky shut out. It all looks right as it is ; and one feels, somehow, that such columns should have nothing between them and the infinite blue depths of heaven…”

Για έναν επόμενο, λοιπόν, χρόνο με φανταστικές μορφές να ορθώνονται: καθαρές, άχρωμες και έντονες, όπως όλα εκείνα τα ερείπια, έμψυχα και συγχρόνως άψυχα, σαν εκείνα τα ψηλά δέντρα και τα εγκιβωτισμένα ποτάμια δίπλα τους.

Η διαταραγμένη όραση ως κοινωνικό απόλυτο: τα μάτια του Στέφανου.

Προηγείται ηχητικό απόσπασμα:

https://soundcloud.com/narrath/pireoanemostaoneiramou

Το πρόβλημα που πιστεύει ο πατέρας (Λ. Καλλέργης) του Στέφανου Βασιλειάδη (Νίκος Δαδινόπουλος) στο φιλμ “Πήρε ο άνεμος τα όνειρά μου” [(1968) του Ο. Κωστελέτου] ότι ο γιος του αντιμετωπίζει είναι μία σαφής διαταραχή της όρασης - δεν είναι τυχαίο που ο σεναριογράφος Χριστόφορος Ζήκας τον “αρρωσταίνει” στη συνέχεια του φιλμ με αχρωματοψία. Τον κατηγορεί ότι είναι “θεόστραβος”, ενώ ο γιος του τον αντικρούει με την κυνικότητα που αρμόζει σε έναν από αυτούς: “μα, σαν τύχαινε μια φορά να περάσουμε από μια γειτονιά με αυλές, δεν γυρίζατε να κοιτάξετε. Κοιτούσατε μόνο μπροστά. Μόνο μπροστά”. Γιατί ο Στέφανος, χωρίς καν να το γνωρίζει, μετουσιώνει την αιώνια κριτική του Ντεριντά στη χουσερλιανή φαινομενολογία της γλώσσας, καθώς η μεταφυσική κυριαρχία της μορφής περιστασιακά υποτασσέται στην ίδια την όραση. Και τι βλέπει ο ήρωας και πώς καταφέρνει να το περιγράψει αξιακά σε έναν χώρο, εάν όχι περισχινισμένο, τουλάχιστον οριοθετημένο με λειτουργικές απαγορεύσεις από το ήδη διαχωρισμένο κοινωνικό πλέγμα;
Αποδίδοντας στην αυλή μια ειδική διάσταση του θείου, ο Στέφανος δεν ιεροποιεί τόσο τη μήτρα όπου κατασκευάζεται και διαιωνίζεται μια στέρεη ανέφελη συνείδηση όσο την καθιστά ένα κοινωνικό απόλυτο, το οποίο ισοδυναμεί με την όρασή του και ό,τι εκείνη καθιστά ορθό και δίκαιο. Εξοβελίζει με αυτόν τον τρόπο τις κακόβουλες και υστερόβουλες πατρικές φιγούρες, τις ανάερες αρραβωνιαστικές σαν να ήταν λεροί και λερές, ενώ στον χώρο καθηλώνει κι ενσωματώνει την όρασή του: το βλέμμα της άδολης και απρόσκοπτης εργασίας μακριά από τον καλοστοκούμενο πατέρα και τις αντιλήψεις του, το βλέμμα της σταθερής και όμορφης ζωής με τους κατ’ανάγκην αδέρφια του, τον Γεράσιμο και την Άντζελα, σε μία εποχή που η καθημερινότητα υπαγόρευαν ένα σύστημα αποξενωτικό κι άγριο κι εν τέλει προόδευε σε πείσμα της κυρίαρχης εικόνας της πολιτισμένης πρωτεύουσας.

image

image

image

image


Κι ενώ και οι αισθήσεις, υποτάσσονται κι εκείνες στην όραση, ο Στέφανος δικαιολογεί την απόφασή του. Απλοϊκά, αλλά δυναμικά, σηκώνει ένα κοινωνικό ανάστημα, δίνοντας λίγη ελπίδα σε μερικούς καθημερινά “στάσιμους” μπροστά στη μεγάλη οθόνη. Κι ακόμα κι εάν η Μεταφυσική δεν κερδίζει, ο αναίμακτος εν τέλει θρίαμβος της ταξικής περηφάνειας, έστω κι επίκτητης, προσδοκά μία εξίσου αναίμακτη μεταλλαγή - προσαρμογή. Για έναν ίσως καλύτερο κόσμο, πίσω ακριβώς από τη μεγάλη οθόνη, με μία εξίσου διαταραγμένη όραση αλλά λιγότερες αυταπάτες.

Τεκμηριώνοντας το μη αυτονόητο: αθέατες όψεις της συλλογικής μνήμης. Για τον Κεραμεικό και τα περίχωρα.

Σε καμία περίπτωση, ο Δήμος Αθηναίων  δεν ισοδυναμεί με την Ομόνοια, το Ιστορικό Κέντρο, τα Προπύλαια, την Πλάκα, την ευρύτερη περιοχή της Νεάπολης – Εξαρχείων, τα Σεπόλια, το Παγκράτι ή τους Αμπελόκηπους. Η συγκεκριμένη δημοτική οντότητα περιλαμβάνει κοινωνικά συνεκτικές κοινότητες, οι οποίες, άλλες φορές βρίσκονται στο επίκεντρο λόγω της τουριστικής, διοικητικής ή πολιτικής τους θέσης, άλλοτε συνεχίζουν την ιστορική και την κοινωνική τους πορεία σε πολύ χαμηλούς τόνους, σαν να επρόκειτο για απλές ονομασίες πάνω στον χάρτη με κατοίκους, οι οποίοι χωρίς επιλογή σκορπίσθηκαν τυχαία πάνω σ’ αυτόν. Ακόμα κι αν ο Κεραμεικός με το Γκάζι «ξέφυγαν» από την ειρωνικά προδιαγεγραμμένη τύχη τους, όταν, ύστερα από διεργασίες που είχαν ξεκινήσει με τη νέα δεκαετία, ανακηρύχτηκαν προς το τέλος αυτής ως ένα από τα κέντρα της νυχτερινής ζωής της Αθήνας.

Παρόλαυτα, ο αναζητών λίγη από τη νυχτερινή λάμψη στα αμέτρητα αλλά και διαφορετικά από ποιότητας και αισθητικής άποψης νυχτερινά καταστήματα της περιοχής δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτή, παρά μόνο κινείται γύρω και μέσα στο φανταχτερό σκηνικό που έχει στηθεί στο συγκεκριμένο χώρο. Ο εραστής του Σαββατοκύριακου θα αδιαφορήσει για τυχόν ύπαρξη γηγενών κατοίκων στα μικρά σπίτια που συνεχίζουν ακλόνητα να ορθώνονται στη λαίλαπα των πολυκατοικιών, όπως και θα αδιαφορήσει για την κοινωνικοπολιτισμική ιστορία, η οποία την μέρα προσπαθεί να είναι διάχυτη στον χώρο, από τον Κεραμεικό και το Γκάζι έως το Ρουφ και τον Βοτανικό.

Παρόλο που οι τελευταίες περιπτώσεις συνιστούν ως ένα βαθμό  μία ακόμη παρατημένη εκδοχή παλαιοτέρων εδαφικά προσδιορισμένων διακριτών κοινωνικών κόσμων, δεν παύει να αποτελούν ιδιαίτερες παραδείγματα μέσα στον πολιτισμικό και κοινωνικό χάρτη ήδη από τον προπερασμένο αιώνα. Είναι περιοχές με δικιά τους ατομική θα λέγαμε κουλτούρα, η οποία ακόμα και σήμερα δεν μπορεί να ισοπεδωθεί από την καπιταλιστικό εξευγενισμό της λήθης. Οι φωτογραφίες της έκθεσης «Εικόνες του χθες, ίχνη στο σήμερα», προερχόμενες από τα προσωπικά αρχεία παλαιοτέρων κατοίκων του Κεραμεικού – Ρουφ και Βοτανικού ουσιαστικά αποτελούν δείγματα της καταγεγραμμένης της πολιτισμικής καθημερινότητας διαφορετικών εποχών. Είναι η κουλτούρα  μιας εποχής που φαινομενικά έχει παρέλθει. Και καθώς σιγά-σιγά, ο χρόνος σβήνει με γρήγορες διαδικασίες τις φωνές των παλιών, οι οποίοι μόνοι είχαν την ικανότητα πρόσβασης στον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, παραμένουν μόνο τα τεκμήρια, αυτές οι φωτογραφίες που βλέπουμε. Αυτές, με έναν αφοπλιστικό και ειλικρινή τρόπο, αναπαριστούν, αυτό που ο Williams ονόμασε ως structure of feeling (δομή της αίσθησης): πρόκειται μια δομή που ενεργεί στις πιο εκλεπτυσμένες και στις λιγότερο χειροπιαστές πτυχές της ζωής μας. Υπό μια έννοια, αποτελεί την κουλτούρα μιας συγκεκριμένης περιόδου, είναι το συγκεκριμένο ζωντανό αποτέλεσμα όλων των στοιχείων μέσα στη γενικότερη κοινωνική οργάνωση. Αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα διαδρούσαν, καθώς πάνω του στηριζόταν όλη η επικοινωνία. Και μαζί με αυτή, τα στοιχεία της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς, της αντίθεσης αλλά και της στιγμιαίας διόρθωσης και επανασύνδεσης. Δηλαδή, όλες εκείνες οι αξίες, οι οποίες εγγράφονται σε ό, τι ονομάζουμε συλλογική μνήμη και από τις οποίες εκείνη απαρτίζεται.

 

Πλέον στον 21ο αιώνα, πιστεύουμε ότι αυτή η συλλογική μνήμη αναδεύεται περιστασιακά, ούσα αδρανοποιημένη από την κυριαρχία της ατομικής υπόστασης. Δεν υπάρχει ανάγκη να αναπολούμε, η καθημερινή ζωή εν μέσω κρίσης επιτρέπει μόνο αναδρομές, στις οποίες τα σκληρά χρόνια λειτουργούσαν σαν ένα είδος παραδείσου, κυρίως για τις νέες γενιές. Υπάρχουν, ωστόσο, και περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, όπου οι κάτοικοι αυτών των συνοικιών προσπαθούν όχι μόνο να διαφυλάξουν την ιστορική και τη βιωμένη συλλογική μνήμη αλλά και να ενισχύσουν τους υπάρχοντες κοινωνικούς δεσμούς, να διατηρήσουν την κοινοτικότητά τους.  Γιατί, πρωτίστως, αγαπάνε τον χώρο στον οποίο γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και συνεχίζουν να διαμένουν.

Ο Halbwachs προτείνει ότι οι χωρικές εικόνες διαδραματίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της συλλογικής μνήμης. Ο χώρος, τον οποίο καταλαμβάνει μία ομάδα ανθρώπων, δεν μοιάζει με έναν μαυροπίνακα, πάνω στον οποίο κάποιος μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει φιγούρες σύμφωνα με τη δική του θέληση. Τουναντίον, καμία εικόνα πάνω στον πίνακα δεν μπορεί να ανακαλέσει τι είχε γραφτεί εκεί πάνω, ενώ νέες φιγούρες μπορούν να προστεθούν κατά βούληση. Ωστόσο, τόσο ο χώρος όσο και η ομάδα έχουν δεχτεί αμφότεροι την εντύπωσή του καθενός πάνω τους. Οι πληθυσμιακές ομάδες που εγκαταστάθηκαν εκεί, η κοινωνική τους διαστρωμάτωση,  τα κριτήρια για την εγκατάστασή τους, οι τρόποι δόμησης. Κι έπειτα έρχονται οι μορφές κοινωνικής συμβίωσης, οι τρόποι διασκέδασης, μια καθημερινότητα που εγγράφεται στον χώρο κι εν μέρει τον προσδιορίζει.

Παρά τους μεταπολεμικούς  κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς που βίωσε η Ελλάδα έως και τις πρόσφατες επεμβάσεις στην περιοχή, ορισμένα στοιχεία παραμένουν αμετάβλητα ως ακλόνητοι φορείς της συλλογικής ιστορίας: Ο Κεραμεικός υπήρξε το αρχαίο νεκροταφείο της Αθήνας, ένας από τους πιο σημαντικούς δήμους της αρχαίας πόλης και οι συνοικίες του περιλαμβάνουν κομμάτια της συλλογικής μνήμης, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να διαγραφούν: η ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου και η εργατιά που πάλευε καθημερινά για την επιβίωσή της, η ζωή γύρω από τον Βοτανικό Κήπο και στα κοντινά περιβόλια στα οποία οι κάτοικοι έκαναν τις εκδρομές τους, η παλιά λαχαναγορά, τα εργοστάσια και οι βιοτεχνίες. «Μια ζωή κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης», όπως μου είπαν οι ίδιοι οι κάτοικοι. Μια ζωή για την οποία λίγοι ενδιαφέρονται.  Αυτό που δεν είναι αυτονόητο. Και είναι αθέατο.

Θα επιστρέψω και πάλι στις όμορφες φωτογραφίες της έκθεσης: βλέπουμε όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία έχουν τόσο αριστοτεχνικά λησμονηθεί. Τους εργάτες του φωταερίου στη σκληρή καθημερινότητά τους, την ανάπαυλα στα καφενεία της Ιεράς οδού. Τα μικρά παιδιά στις αλάνες ή στους στενούς δρόμους να συμμετέχουν σε γιορτές, τα παντοπωλεία και τα σχολεία.

Και θυμάμαι τον Λουκάτο, ο οποίος μίλησε «για τους επαγγελματίες φωτογράφους, οι οποίοι έχουν αναλάβει στην εθνογραφική έρευνα έναν βοηθητικότατο ρόλο: τη συγκέντρωση του παλιότερους υλικού της φορεσιάς, του ήθους και της φυσιογνωμίας». Ακόμα πιο σημαντικά είναι τα αρχεία από ερασιτέχνες φωτογράφους νομίζω, η δύναμη του αυθαίρετου και του στιγμιαίου τους δίνει τη δυνατότητα να καταγράψουν τις πιο αθόρυβες και τρυφερές στιγμές του ήθους, της φυσιογνωμίας και, προπάντων, της ιστορίας, για την οποία ενδιαφέρθηκαν λίγοι. Ίσως και μόνο οι ίδιοι.

Οι εναπομείναντες κάτοικοι της περιοχής κι όσοι δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο του σωματείου Μέγας Αλέξανδρος προσπαθούν να διατηρήσουν τη συλλογική  μνήμη τους, τη βαριά παράδοση του χώρου που τους κληροδοτήθηκε,  από τον οποίο δεν μπορούν να απομονώσουν τις αναμνήσεις και τα συναισθήματα ανθρώπους και πράγματα. Γιατί είναι ο χώρος που τους προσδιορίζει. Κατανοώ πολύ καλά την πίκρα που έχουν –είμαι κι εγώ δημότης Αθηναίων- και την ανάγκη αυθυπαρξίας τους μπροστά στην ξαφνική αλλά πολύ καλά μελετημένη «αναβάθμιση» της περιοχής τους. Η νέα πιάτσα (που δεν έχει καμιά σχέση με την έννοια της πιάτσας στη λαογραφική μελέτη) που δημιουργήθηκε μεταφέρει στο χώρο τους όλα τα δεινά του μεταπολεμικού τυχοδιωκτικού ερασιτεχνισμού και μαζί τη μόλυνση, την ηχορρύπανση, την ίδια την εγκατάλειψη. 

Στην ευρύτερη περιοχή, η οποία πια απαρτίζεται από ελάχιστα κοινωνικά δίκτυα, θα πρέπει επιτέλους να ληφθεί κρατική και κυρίως δημοτική μέριμνα καθώς και να δοθούν κάποια κίνητρα σε νέους κατοίκους να ανακαλύψουν τον χώρο τους εδώ. Οι αντιλήψεις ότι, όπου υπήρχε βιομηχανία ή εργοστάσιο  ισοδυναμούσε με την έρημη γη (ισχύει κυρίως για τις συνοικίες του Ρουφ και του Βοτανικού), την απαξίωση και την κοινωνική διάκριση θα πρέπει επιτέλους να ξεπερασθεί. Γιατί το μη αυτονόητο έχει διαρραγεί.

Φταρμός. Ο συνοικισμός Σταματάκη κόντρα στην επίτευξη.

Η πρωταρχική ανάγκη της ανάκαμψης συστοιχίζει σπίτια και ανθρώπους. Μια ποθητή και διόλου ευκαταφρόνητη ανάκαμψη μπροστά στον φταρμό* της αβεβαιότητας που προκαλεί ο ξεριζωμός. Στον οικισμό του γαιοκτήμονα Σταματάκη, ο οποίος, όπως και σε προαναφερθείσες μεμονωμένες περιπτώσεις, βάπτισε με το όνομά του το συνοικισμό, εγκαταστάθηκαν από το 1925 σε τρεις κάθετους δρόμους εκατοντάδες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τα υπολείμματα της οικογενιοκρατίας του Σταματάκη, ακόμα και μετά την οριστική απαλλοτρίωση των εκτάσεων του, δεν λησμονήθηκαν. Τουναντίον, δημιούργησαν μια σφιχτοδεμένη κοινωνική συμμαχία, η οποία θα λειτουργούσε ως ένα αυτόνομο και διακριτό τμήμα του Δήμου του Αγίου Ιωάννου Ρέντη. Οι στεγαστικές επιλογές, οι πλέον αξιοπρεπείς για την εποχής τους, στέγασαν σε μικρά ζεστά ισόγεια φταρμένες ζωές. Ακόμα και σήμερα, με το ποτάμι να βουίζει σε κάθετη διεύθυνση και τη λαχαναγορά να φουρκίζει τον αέρα με χαλασμένες ζωοτροφές, ο συνοικισμός παραμένει, με ελάχιστες φρεσκοριγμένες πολυκατοικίες, ένας όχι τόσο χαλασμένος ανθρώπινος ιστός που ενώνει έναν ολόκληρο δήμο με τα ανθρώπινα δίκτυα που επιβίωσαν μετά την οριστική ισοπέδωση από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μια λαμπρή απονομή ενάντια σε οποιαδήποτε μηχανιστική επίτευξη.

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

Η πρόσκαιρη συμμαχία της καθυστερημένης βιομηχανικής επανάστασης στη σύγχρονη Ελλάδα με την συναισθηματική λογική των ανθρώπων που θέλουν να γλιτώσουν από τον φταρμό, όχι απαραίτητα με την έννοια της βασκανίας αλλά περισσότερο με τη ζηλοφθονία για την εξελιγμένη ενσυναίσθησή τους, φαίνεται ότι έχει αποκατασταθεί. Ακόμα και σήμερα, και υπερπηδώντας τα ποικίλα α-πάνθρωπα εννοιολογικά σχήματα, ας υποθέσουμε ότι και ο Ένγκελς είχε δίκιο. Γιατί το καθοριστικό στοιχείο της Ιστορίας είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Του πόθου για ανάκαμψη. Ενάντια σε οποιονδήποτε φταρμό. Από όποια πηγή κι αν αυτός προέρχεται.

*”Φταρμός” στην κουμιώτικη διάλεκτο ονομάζεται η αδιαθεσία και, εν τέλει, η οποιαδήποτε φυσική και μεταφορική καταστροφή, η οποία προέρχεται από τη βασκανία (ή μάτιασμα). Πρόκειται για μια λέξη που με κέρδισε, όταν την πρωτοδιάβασα εδώ: Καλλιόπης Κάραλη-Ιωακείμ, Συλλογή λαογραφικού υλικού από το χωρίον Πύργος, του νομού Ευβοίας, 1973, επιτόπια έρευνα (Αρχείο Σπυριδάκη).

Λυσιτελείς μορφές ενθύμησης. Νότια από το 301 ΕΒ.

Δεν ήταν μόνο τα κτήματα του Λάρδη και του Παπασταμάτη που έθεσαν τα νοητά όρια στη συνοικία, ούτε το ρέμα του Αλφειού και η Φλέβα ή ο Κηφισός από την άλλη πλευρά. Ένα θλιβερό στρατόπεδο, το 301 ΕΒ του Κοσκινά (με τρομερές εκρήξεις πυρομαχικών, οι οποίες αναστάτωναν τους κατοίκους από τη Φλέβα έως και τη Γιαννούλα από το 1930 κι έπειτα) στα βόρειά της επόπτευε άλλη μια περίπτωση αναρχίας ενάντια στην καλλιεργημένη αδράνεια (του κατά τα άλλα σοφού Arnold) της καινοτόμας ρυμοτομίας, των αλέκιαστων παπουτσιών και της εκπολιτιστικής καλλιτεχνίας. Ωστόσο, ούτε ο Κοσκινάς, ούτε ο Δήμος δεν κατάφερε να αντισταθεί σε ένα αλάθητο λαϊκό κατασκευαστικό αισθητήριο, εκείνο των Μυκονιατών κτιστών, ούτε και σε μια οργιώδη πανδαισία με εκείνους τους κλασικούς αθόρυβους φοίνικες να θροϊζουν πάνω από τα στενά των Μυκονιάτικων.

Πολύ πριν τους ομώνυμους κατοίκους, οι οποίοι ήλθαν σε δύσκολους καιρούς, αρχές του περασμένου αιώνα στην περιοχή για να εργαστούν σε οικοδομές και εργοστάσια αξιοποιώντας την επίκτητη τεχνική τους και νιώθοντας ευλογημένοι που απέφυγαν τις σκοτεινές Κυκλάδες της ανεργίας: οι Ναξιώτες. Καλλιεργητές που βοήθησαν στη δημιουργία ενός αφάνταστα τρυφερού κόσμου, σπαρμένου ανάμεσα σε ρυάκια και μετέπειτα, τοποθετημένου μέσα στα φυτώρια, όπως εκείνο του Πονηράκη που υπάρχει έως σήμερα.

Ανάμεσά τους, ο Λάρδης, εντειχισμένος μέσα στο τάφο του, δίπλα στο ιδωτικό παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου και εκείνο του Αγίου Ανδρέα -ιδιοκτησία των Παπασταμάτηδων- αγέρωχος και μοναχικός πάσχιζε να γεμίσει το σπίτι του κάθε βράδυ με μουσικές και κόσμο, ο οποίος σύντομα θα τον εγκατέλειπε προς άγραν ενός ακόμα πλουσιότερου κτηματία. Μια μικρή βίλα θυμίζει ό,τι θα μπορούσε να εκτυλιχθεί εκεί, στην ιδιοκτησία Παπασταμάτη, αιώνιο σύμβολο μιας εύγλωττης και πράσινης αναρχίας στο μπάζωμα του ποταμού, στην εξυγιάνση της περιοχής με τη μελέτη και διαμόρφωση πάρκων και χώρων αναψυχής.

Ο Matthew Arnold έπρεπε να είχε περάσει από εδώ. Μέσα στα Μυκονιάτικα, τα σύμβολα ζουν, όπως και οι καθημερινοί άνθρωποι μέσα στα καφενεία και όσοι είναι έξω και γνωρίζουν καλά ότι ένα καθαρό, αόρατο δίκτυ τους προστατεύει την ώρα που προσπαθούν να ξεχάσουν. Είναι κι αυτό, εξάλλου, μια λυσιτελής μορφής ενθύμησης.

Η επανεμφάνιση του κόσμου ως μια λαϊκή φυσιολογία. Το Κάτω Αιγάλεω.

Δεν μετριάζεται. Η γνώση, η παραδοχή και η συγκατάβαση δεν επαρκούν για την κατασκευή και της πιο απλής λαϊκής φυσιολογίας, μιας φυσιολογίας ευπροσήγορης και επιτακτικά αποκωδικοποιήσιμης. Ο κόσμος που γνωρίζουμε στην ουσία επαναδημιουργείται πίσω από τις τζαμαρίες και τα κλειστά στενά, γυρνά αδηφάγα να ανοίξει σειρές από βαριά τσιμεντένια θεμέλια - ωστόσο, τίποτε δεν μπορεί να θεμελιωθεί πάνω στο μη καταχωρημένο τίποτα. Και μιλάω για ότι οι χάρτες τύπου Καπρανίδη ονοματίζουν ως “Κάτω Αιγάλεω”.

image

image

image

image

image

image

Το Κάτω Αιγάλεω τοποθετείται νότια από το επίσημο συγκοινωνιακό κέντρο της περιοχής (βλ. Σταθμό μετρό “Αιγάλεω”), σε μια ατέρμονη ευθεία που ξεκινά από τη μέση περίπου του γνωστού σε όλους ποταμού. Δεν υπάρχει ρυμοτομία, δεν υπάρχει ευρρυθμία: παρόλο που οι γνωστές αντιπροσωπίες οχημάτων από το ύψος της λεωφόρου Αθηνών-Καβάλας έως και την Ιερά οδό επιμένουν προσόψια, η σταθερή κατηφορική κλίση του δρόμου επιβεβαιώνει ένα υπέροχο, αυθύπαρκτο τίποτα, το οποίο δεν καταχωρείται παρά στη λαϊκή μνήμη των κατοίκων του, γιατί μόνο εκεί υπάρχει ζωή.

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

Η πλατεία των Αστροναυτών, η οδός Ανδριανουπόλεως, η άθικτη πρωτόγονη κατοικία, οι ελάχιστες μάντρες, ο χαμηλός ορίζοντας.
Χώρους κοινωνικής διάδρασης δεν είδα, μόνο κουτσουρεμένες παιδικές χαρές και μαγαζιά-τζαμαρίες. Δεν νομίζω να έγιναν ποτέ μαγαζιά, δεν πρέπει να λειτούργησαν ποτέ τους.
Όσο περπατούσα προς τα Δυτικά, όσο οι δρόμοι προσέγγιζαν τη λεωφόρο Θηβών, τα σπίτια έστεκαν διόρωφα διακοσμημένα με φαντεζί χρωματισμούς και οι κάτοικοί τους τολμούσαν να βγουν στο δρόμο, τολμούσαν στην ύπαρξη, διεκδικούσαν την αυθυπαρξία μαζί με μια στέρεη συνείδηση, θέλοντας στ’ αλήθεια να αλλάξουν το σύστημα απεικόνισής τους.
Ξαναθυμάμαι τον Λουκάτο που εξήρε τη φυσιολογία των “φαινομένων που μπορούμε να πούμε ότι στηρίζονται στον νόμο του πρωταρχικού λαϊκού στοιχείου των πολιτισμών, ένα νόμο που αποδείχνει ότι η οποιαδήποτε αστική εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων, των εθίμων και των συμβολισμών έχει πυρήνα και κίνητρό της την πρωτογενή αντίστοιχη λαογραφική ενέργεια”. Ίσως κι ενός αόρατου τελετουργικού για να επανεμφανιστεί η περιοχή τους στο χάρτη. Και τα σπίτια τους.
Η Ιερά οδός. Η μέση οδός. Το τίποτα.

Μια κατατμημένη αλλά ακριβής αναλογία. Μιλάμε για τα όρια της Κολοκυνθούς (Μέρος Α’).

Η αποδεδειγμένη τροπή των πραγμάτων, τουλάχιστον όπως συνέβησαν πριν απο 40 χρόνια, είναι αδιάψευστη. Και δεν την εμπόδισε τίποτε, κανένα εμπόδιο, έμβιο ή άβιο, δεν εμφανίστηκε στο δρόμο, ούτε θεώρησε σαν τον οριστικό και τελευταίο τοίχο το ποτάμι του Κηφισού. Πρόκειται για την ακριβώς απέναντι όχθη του, η οποία βρίσκεται αντίκρυ του Τσαλαβούτα κι ακριβώς στα όρια με την Ακαδημία Πλάτωνος. Και στην οποία, η εγγραμμένη στα κυτταρικά ανθρώπινα υπολείμματα πρόοδος, ή, όπως θα μπορούσε να ονομαστεί, η κλινική απουσία συλλογικών βιωμάτων, μνήμης και ενσυναίσθησης δεν καθυστερεί τα βήματά της παρά στοχεύσει στην άπλα, στο επίπεδο, στη συγκυρία.

Αν εκεί υπήρχαν σπίτια, τώρα θα είχαν χτιστεί πολυκατοικίες ή χώροι για στάθμευση. Δυστυχώς, η συγκεκριμένη άπλα ενσωματώθηκε με μια σειρά από απάνθρωπα γεωγραφικά και βιομηχανικά πειράματα. Αν δεν γινόταν αυτό, ίσως στην πίσω μεριά των παλιών πέτρινων εργοστασίων ή πίσω από τη “μόστρα” του ποταμού, θα διέκρινε κανείς μόνο παραπόταμους, βάλτους, πρασινάδες, πρασιές, πανύψηλα δέντρα (κάποια έχουν επιβιώσει), χωρίς ρημάδια με λαμαρίνες και κορακιασμένα πίτμπουλ. Και στο βάθος, ένα επιβίωμα, όχι από εκείνα του Tylor, αλλά από τα βάθη μιας παλιότερης ιστορίας, αποκλεισμένης από την επίσημη εκδοχή της - όχι λόγω πολιτικών συνθημάτων αλλά γιατί δεν ενδιαφέρει κανένα. Το βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

Αν η Ιστορία είναι η ουσιαστικά η “Ιστορία των πολέμων και των κατακτήσεων” όπως θα έλεγε ο Καινώ, τότε η συγκεκριμένη περιοχή θα πρέπει να μελετηθεί ως μάρτυρας ενός σιωπηλού πολέμου ανάμεσα σε επίσημες κρατικές επιλογές και σιωπηλές ατομικές συγκυρίες. Για να ξαναγραφτεί η Ιστορία.

image

27 Αυγούστου: Μια προδιαγεγραμμένη αποϊεροποίηση;

image

image

image

image

image

image

Το πέρασμα των χρόνων ισοδυναμεί πάντα με μια νέα μετασήμανση του θρησκευτικού αισθήματος και με μια αποϊεροποίηση της οποιασδήποτε θρησκευτικής εκδήλωσης που να έχει σαφή τελετουργική λειτουργία. Μόνο το σύνθημα “do ut des” επικρατεί για τον έκαστο, υπενθυμίζοντας τις εμπορικές προδιαγραφές και φιλοδοξίες του δώρου, ή, καλύτερα, του δόματος (Gabe). Κανένας Άγιος δεν θα κατέβει ως σωστός προπριανός βοηθός για να σταλάξει λίγη από τη φώτισή του στους δεινοπαθούντες κι αναξιοπαθούντες, εάν δεν εμφανιστεί η γνωστή πίτα, η πίτα του Αγίου Φανουρίου, με τα ακριβή επτά υλικά και τη συγκεκριμένη ημερομηνία τάματός της: 27 Αυγούστου.
Έως και σήμερα, η εμπορική συμφωνία διατηρείται καλά: οι μητέρες τάζουν για να βρει δουλειά το παιδί τους, ενώ, παράλληλα, σπρώχνονται ιδρωμένες με μια πίτα-παραλλαγή (με καρύδα, σουσάμι και κόντιτα) για να εξευμενίσουν έστω πρόχειρα όχι μόνο τον επιθετικό νεωκόρο αλλά και τους στριμωγμένους ρακένδυτους επαίτες, οι οποίοι, ζώντας σε κάποιο παραμύθι, οραματίζονται ένα ταξίδι στα σύννεφα με μια μπουκιά της μαγικής πίτας. Απ’ ό,τι φαίνεται, το τελετουργικό αποσυναισθηματοποιείται και το ψυχαγωγικό κομμάτι, το θέαμα εν είδει μιας σύγχρονης δραματικής παράστασης στήνεται για να δοξάσει το νεκρό κομμάτι της πίστης. Στον 21ο αιώνα, θα προτιμούσα μια μακρινή μνήμη ενός θρησκευτικού ονόματος και μια οικιακή και περισσότερο ανθρώπινη διάσταση του δόματος. Εξάλλου, αυτό γινόταν πολύ παλιότερα.
Στις δεκαετίες του 1940 και 1950, η μητέρα μιας γειτόνισσας του πληροφορητή μου (γυναίκα, γενν. 1922) δεν χρειαζόταν να πληγώσει τα πόδια της για να τάξει την γνωστότατη πίτα στον Άγιο Φανούριο. Δεν χρειαζόταν καν να αναμένει τη σειρά τη σε μια σειρά από ακατάστατους αστικοποιηθέντες εργάτες -εργάτες από όλα τα μέρη της Ελλάδος- για να φιλήσει την εικόνα του Αγίου, να ανάψει με μια ακατανίκητη προσμονή το κερί της και να ακούσει από κάποιο μπουκωμένο μικρόφωνο τα “ταγμένα στον Άγιο” ονόματα της οικογένειάς της. Σηκωνόταν το πρωί, έψηνε την πίτα στο σπίτι της και ξεκινούσε από το μεσημέρι να τη μοιράζει στη γειτονιά του Αγιάννη Θεολόγου, η οποία βρισκόταν αρκετά κοντά στην περιοχή των Νέων Λιοσίων  και ονομαζόταν Παλιοκλήσιζα. Η μεγάλη εκκλησία θεμελιώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και η παράσταση θεσμοθετήθηκε για κάθε πιστό. Η μετασήμανση όμως είχε ήδη πραγματοποιηθεί, η μαγεία είχε καταλυθεί και ο Άγιος στεκόταν εν είδει ξύλινης φιγούρας για τη μάζα. Το δόμα αποδείχτηκε κάλπικο αλλά ένα ανθρώπινο κομμάτι  είχε ανάγκη και το κάλπικο - ακόμα και σήμερα. Κι όταν το ενδυθεί, σπεύδει με πολλή μεγάλη προθυμία στους παραδίπλα στημένους πάγκους για να προμηθευτεί το απαραίτητο ζεστό πανηγυριώτικο καλαμπόκι. Θα τον περιμένει για πάντα εκεί.

Μια σύγχρονη γενιά ως “δεύτερη ζωή”. Γιατί η Αλίκη.

image

image

image

image

image


image


Μια καθυστερημένη έλευση του χρώματος στο δημοφιλή κινηματογράφο χαμηλών προδιαγραφών -ενώ έχει υποστεί “δομοποίηση”, αν θα μπορούσε να επιτραπεί ο όρος, αρνείται υπερήφανα να αξιοποιήσει τις τυχόν προσλαμβάνουσες τάσεις της- δεν μπορεί παρά σιωπηλές υποψίες να κινεί. Για την ελληνική περίπτωση του κινηματογραφικού μελοδράματος, το χρώμα εμφανίζεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, σχεδόν παράφωνο έως και υποκριτικό στην νεο-διαμορφωμένη αρένα της συστηματικής μείωσης των εισιτηρίων στους κινηματογράφους, των αυτονόητων περικοπών στις κινηματογραφικές παραγωγές και στην τεράστια αγκαλιά της καινοτόμας για τα μάτια του λαού τηλεόρασης.

Το απεγνωσμένο είναι ορατό: η Αλίκη της Σύγχρονης Γενιάς (1973, Γιώργος Τσακίρης - ένας εμπειρότατος διευθυντής φωτογραφίας με εμμονές στην σιρκιανή τεχνική του projected lighting σε φαρσοκωμωδίες όπως Ο Άνθρωπος Ρολόι του Γ. Παπακώστα ) σφραγίζει μια παλαιότερη, ίσως γλυκύτερη περίοδο με στριμωγμένα νούμερα, περίπλοκους μηχανισμούς παραγωγής κι έναν τυχωδιωκτικό επαγγελματισμό - είναι το μαυρόασπρο, το οποίο καταγράφει μια τουλάχιστον μαραμένη διάσταση των παρυφών της Αθήνας, φέροντας το βάρος της μεταπολεμικής ηδονοβλεπτικής εξαθλίωσης. Αυτή η μαυρόασπρη εικόνα ξεπερνά τους μετασχηματισμούς της αναπαράστασης και φανερώνει μέσα από χιλιοειπωμένες συμβάσεις μια πρώτη ζωή ενός λαϊκού πολιτισμού στο σημείο όπου η εξαφάνισή του βρίσκεται προ των πυλών. Με τη συνεχιζόμενη καταναλωτική ελληνική τάση, το τουριστικό ντελίριο και την επιλεκτική αναπαραγωγή τους από το τηλεοπτικό μέσο, ο κόσμος αλλάζει.

Η Αλίκη (Άννα Ιασωνίδου) είναι η σύγχρονη γενιά που προετοιμάζει μια “δεύτερη ζωή" (αλήθεια, θα είχε ενδιαφέρον εάν ο εισηγητής του όρου Lauri Honko ανέλυε και τη "δεύτερη ζωή" και το πρώτο κύμα "φολκλορισμού" εκείνης της εποχής;) για ό,τι έχει πλαστεί γύρω της: από την ούτως ή άλλως αναχρονιστική φιγούρα του Λαυρέντη Διανέλλου να πουλά τσιγάρα υπό τους ήχους τσιφτετελιού σε λαϊκό κέντρο της εποχής, έως το χαμόσπιτο στο οποίο ζει ο Θανάσης Μυλωνάς, εκμοντερνισμένος πλήρως, φτωχος φοιτητής και προστάτης του γέρου πωλητή σιγαρέτων. Στο φιλμ, τα πάντα επιδιώκουν μια νέα θέση στη "δεύτερη ζωή”: ακόμα κι όταν το είδος προδίδει και παραπαίει, τα τυχαία πλάνας της πόλης, των χώρων διασκέδασης και των προκατασκευασμένων ερώτων δίνουν ένδειξη για μια κρυμμένη ζωή -ίσως τόσο καλά κρυμμένη που να μη φαίνεται με γυμνό μάτι- στη λειτουργία των δομών και των τεχνικών, όπως αποτυπώνονται πάνω στο φιλμ. “Τρίτη ζωή” δεν υπήρξε, κι αν ο φολκλορισμός παλεύει το ακατόρθωτο, η φαινομενολογία της παλαιότερης καθημερινής ζωής εξασκείται μόνο σε σημεία της συλλογικής μνήμης. Ακόμα κι αν η Αλίκη δε βρίσκεται σε κάποιο μαγεμένο βασίλειο, ανήκει πλέον σε μια σύγχρονη γενιά που συνεχίζει να ζει με τον πόνο, την αγωνία, το θάνατο αλλά και να εκπλήσσεται με την τελική αποκαθήλωση της αγάπης.

Τι να διαβάσω επιλεκτικά: Lauri Honko: Memorates and the study of Folk Beliefs (1964).

Oι κλυδωνισμοί του Κλήδονα. Ενάντια στο φολκλορισμό.

image

Ο Νέστορας Μάτσας μάλλον θα δυσανασχετούσε. Ο φολκλορισμός εκ φύσεως στέκεται σε δεκανίκια.

Για τη σχετική αναπαράσταση του εθίμου του Κλήδονα στα προάστια της Αθήνας (δεν αναφέρομαι στις σχετικές εκδηλώσεις των Δήμων, σε κάποιους από τους οποίους ενδεχομένως να διαδραματιζόταν το τελετουργικό, τουλάχιστον προς 50ετίας. Κάποιοι από αυτούς, έχουν αγνά κίνητρα: απλή αναπαράσταση και τοποθέτηση στην πολιτιστική αντζέντα - λιγότερο κακό από ό, τι θα διαπιστωθεί παρακάτω): ναι, πρόκειται για μια αναπαράσταση κι όχι για αναβίωση. Δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να ήταν αναβίωση, γιατί η αναβίωση θα απαιτούσε μια σχετική παραλληλία του αυθορμήτου και του κατά παράδοσιν δοσμένου (για το ομαδικό στοιχείο δεν γίνεται λόγος, γιατί η αναπαράσταση του Κλήδονα για να πραγματοποιηθεί, θα πρέπει να περιλαμβάνει έναν εύλογο αριθμό ατόμων).

Η προαναφερθείσα αναπαράσταση δεν εδράζεται σε μια “γνήσια κοινωνία φορέων”, αν όντως εδραζόταν το ίδιο το έθιμο δεν θα αποκτούσε μυθικές και χιμαιρικές διαστάσεις όπως στις μέρες μας. Αντίθετα, όπως θα έλεγε και ο Richard Wolfram (κάτι που μπορεί με κλειστά τα μάτια να αναδιατυπωθεί), δημιουργεί μια ατμόσφαιρα “παιγνιώδη λαϊκισμού”, κρεμασμένης από τα παντελόνια εκμοντερνισμένων αλλά ουσιαστικά αϊστορικών ατομοκεντρικών δομών. Δηλαδή πιο απλά: το άτομο θέλησε να προχωρήσει στην αναβίωση του εθίμου, το ακολουθούν άλλα άτομα, γιατί αντιμετωπίζουν τη συγκεκριμένη παλαιά και χαμένη στο χρόνο δομή προπάντων ως θέαμα - μιλάμε για το θέαμα στη ντεμπορική του διάσταση, το θεάμα ως “την παρούσα κοινωνική οργάνωση της παράλυσης της ιστορίας και της μνήμης, της εγκατάλειψης της ιστορίας”. Το ίδιο το έθιμο ως έθιμο παύει να έχει κάποιο σαφές και προδιαγεγραμμένο πλαίσιο αναφοράς, εξάλλου, οι κοινωνικές δομές έχουν πλέον περάσει από τον αγροτικό μεσαίωνα στη μετακαπιταλιστική ειρκτή. Το άτομο (κι όχι ο άνθρωπος) δεν είναι πια δέσμιο του παράδοξου, του απρόσιτου και του μυστήριου, δαμάζει τη φύση, με τον ίδιο τρόπο που δαμάζει τις μηχανές. Δημιουργεί εικόνες προς υποκατάσταση της ίδιας της ιστορίας με ταπεινά κίνητρα - αφού δεν έχει διάθεση να δώσει μια “δεύτερη ζωή” στα παλαιότερα πολιτισμικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει μνήμη, δεν υπάρχει μυστήριο και τανάπαλιν.

Το μόνο που απομένει είναι το απορημένο βλέμμα του Νέστορα Μάτσα (από την εισαγωγή του στο εθνογραφικό ντοκιμαντέρ “Το ριζικό του νερού και της φωτιάς”, το οποίο γυρίστηκε αρχές της δεκαετίας του 1980 στην περιοχή Νέων Αλάτσατων Ηρακλέιου Κρήτης), ο οποίος παρότι στα φιλμ του υποστήριξε σθεναρά την αποτύπωση της αναπαράστασης, ευνοήθηκε από τις περιστάσεις, καθώς στην εποχή που κινηματογραφούσε τις εθνογραφικές του ταινίες, υπήρχαν ακόμα μικρές λεπτομέρειες από επιβιώματα παλιότερων εποχών. Για τη σημερινή εποχή, μένει η πρόσκληση του facebook σε εορτασμό του Κλήδονα, με χορευτικές φιγούρες απροσδιόριστης περιοχής, από μια ανιστορική αφασία, από ανόητους εραστές του θεάματος, οι οποίοι μετά από μερικές ημέρες θα αναζητήσουν μια νέα εμπειρία προς χάριν της κατακερματισμένης ιστορίας.

Είναι αστείο. Δεν θα ανασυσταθεί καμιά νέα κοινότητα (παρά προσωρινά, γιατί ο ατομικός βίος είναι η ανυπολόγιστη δύναμη), δεν θα τεθεί επί τάπητος κανένα μαγικό-μυστηριακό πολιτισμικό κεφάλαιο, δεν θα ενδιέφερε και κανένα ούτως ή άλλως. Όλος αυτός ο φολκλορισμός, που είναι και καλά υπολογισμένος και εξορθολογισμένος, ως η συνθήκη της συμβατικότητας ανάμεσα στο άτομο και στο θέαμα δεν μπορεί παρά να είναι γελοίος.

Σημείωση: έχω πολλάκις δεχθεί κριτική σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω τα πολιτισμικά “επιβιώματα”. Η κριτική ξεκινά από με τα ανάλαφρα επίθετα όπως “άσχημος”, “χαζορομαντικός” (για το πεδίο της έρευνας) και καταλήγει στο σκληρότατο “ρεβιζιονιστικός”. Πιστεύω ότι με την παραπάνω θέση, δείχνω με σαφήνεια τις προθέσεις μου. Ας παραμείνει το φολκόρ στο ούζο και συρτάκι.